Καλάθι αγορών

Δεν υπάρχουν προιόντα στο καλάθι σας.

Αντ/να €0,00

Μελισσόχορτο

Μελισσόχορτο

Kλικ στη φωτογραφία για περισσότερα

Πατήστε για να αγοράσετε Μελισσόχορτο

Το Μελισσόχορτο, γνωστό και ως βάλσαμο, είναι ένα μονοετές βότανο που ανήκει στην οικογένεια Χειλανθή, την οικογένεια της μέντας. Το φυτό είναι ιθαγενές της νότιας Ευρώπης και της περιοχής της Μεσογείου, αλλά σήμερα καλλιεργείται σε όλο το κόσμο και είναι γνωστό για τη φαρμακευτική του δράση.

Έχει ύψος 70 με 150 εκατοστά, τα φύλλα έχουν μια ήπια μυρωδιά λεμονιού. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού κάνει μικρά λευκά άνθη γεμάτα με νέκταρ. Αυτά προσελκύουν τις μέλισσες και γι'αυτό το γένος που ανήκει το μελισσόχορτο πήρε την ονομασία Μέλισσα. Η μυρωδιά οφείλεται στο αιθέριο έλαιο που περιέχει κιτράλη, κιτρονελλάλη, λιναλοόλη και γερανιόλη.

Τα λιωμένα φύλλα μπορούν να τριφθούν στο δέρμα, δρώντας ως εντομοαπωθητικό.

Ρόφημα από φύλλα μελισσόχορτου θεωρείται ότι έχει αντισπασμωδική, αντιφλεγμονώδη και αντιοξειδική του δράση και δρα ως τονωτικό του κυκλοφορικό συστήματος και της καρδιάς. Επίσης έχει δειχθεί ότι έχει αντιμικροβιακή δράση, αν και αυτή είναι πολύ πιο ασθενής από ότι άλλων φυτών.

Εχει χρησιμοποιηθεί για να αντιμετωπιστεί η αϋπνία και διάφορες πεπτικές διαταραχές. Τέλος έχει δειχθεί ότι βελτιώνει την πνευματική διαύγεια και την μνήμη και έχει βοηθήσει σε μικρό αριθμό κλινικών δοκιμών ανθρώπους που πάσχουν από ήπια συμπτώματα της νόσου Αλτσχάιμερ.

Το μελισσόχορτο έχει επίσης δειχθεί ότι διαθέτει ηρεμιστική δράση, καθώς μία έρευνα έδειξε ότι μειώνει το άγχος, αν και ο συγγραφέας της είπε ότι χρειάζεται επιπλέον έρευνα. In vitro έρευνες έδειξαν ότι δρα ανασταλτικά στην τρανσαμινάση του GABA, γεγονός που μπορεί να εξηγήσει την δράση του ως ηρεμιστικό. Το υπεύθυνο συστατικό φαίνεται να είναι το ροσμαρινικό οξύ.

Το μελισσόχορτο επίσης έχει αντιθυρεοειδοτροπική δράση, καθώς είναι ανταγωνιστικός αναστολέας του υποδοχέα της TSH. Με αυτό το τρόπο το μελισσόχορτο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την θεραπεία του σύνδρομο Γρέιβις και του υπερθυρεοειδισμού.